εκεί στην άκρα του νοτιά
γκρεμού ταράτσα
Και την κυρά σου αποκοιτάς
και που βαδεί και τι θωρά
και με το νου
και με το νου την χτίζεις κάστρα
Την αγαπάς και την πονάς
κι ας σπάνια ζήσατε μαζί
γιατί πάντα γυρνοβολούσε πέρα πέρα
Κι αυτό πόναγε και πονά
μ’ αυτά που βλέπεις και περνά
και σου το βλέπω στα ραγιά που ’χεις στην πέτρα
Σαν τότε που ήρθανε ληστές -Σαρακηνοί-
και την σηκώσαν ρούχα και χρυσαφικά της
κ’ ήταν πιο όμορφη κι απλή
άγρια και ρομαχτική
ψωμί, κουρέλια και σπαθί
έτσι η οψιά της
Ή π’ άρχισε τα πάρε δώσε τα πολλά
μ’ εκείνους τους εμπόρους -Βενετσιάνους-
και για καλά έχει μπλεχτεί
παραμυθιάστηκε πολυ
κι έχει αιώνες να σε δει.
Ξεχνά η κυρά σου…
Αγριοβράχε μου που στέκεις μοναχός
εκεί στην άκρα του νοτιά
γκρεμού ταράτσα
Μεσα στο χρονο το βαθύ
σε μαλακώνει η βροχή
και σε σκληραί-
και σε σκληραίνει του ήλιου η κάψα
T’ αυτί μου πάνω σου κολλώ
θέλω ν’ ακούσω τα βαθιά
υπόκωφα και πονερά αναστενάτα
Μα εσύ μουγκρίζεις σκοτεινά :
“Παίρνω γρανίτη κι άργιλο, χώμα νερό φωτιά
και γύρα σου ψυχή μου χτίνω κάστρα!”
No comments:
Post a Comment